Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to root around
[phrase form: root]
01
ψάχνω ακατάστατα, αναζητώ χαοτικά
to search in a disorderly manner, typically for something specific
Intransitive: to root around somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
root
ενεστώτας
root around
γ΄ ενικό πρόσωπο
roots around
ενεστώτα μετοχή
rooting around
απλός αόριστος
rooted around
παθητική μετοχή
rooted around
Παραδείγματα
The dog roots around in the yard for buried bones.
Ο σκύλος ψάχνει ανακατεμένα στην αυλή για θαμμένα κόκκαλα.



























