rooster
roos
ˈru:s
ρουσ
ter
τα
roasterroisterrooterroster

Ορισμός και σημασία του "rooster"στα αγγλικά

01

πετεινός, αρσενική κότα

an adult male chicken 
rooster definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
roosters
αρσενικό ενικό
rooster
θηλυκό ενικό
hen
neutral form
chicken
Παραδείγματα
The rooster proudly strutted around the farmyard, its vibrant plumage catching the sunlight. 

Ο κόκορας περπατούσε περήφανα γύρω από την αυλή της φάρμας, το ζωηρό του πτέρωμα να πιάνει το sunlight.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

rooster
roost
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store