Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deboss
01
χαρακώ σε ύφος, σφραγίζω σε βαθούλωμα
to press or stamp a design into a surface so it sits below the level of the surface
Transitive: to deboss a design on a surface | to deboss a design onto a surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deboss
γ΄ ενικό πρόσωπο
debosses
ενεστώτα μετοχή
debossing
απλός αόριστος
debossed
παθητική μετοχή
debossed
Παραδείγματα
The stationery company offered a service to deboss custom monograms on notecards.
Η εταιρεία ειδών γραφείου προσέφερε μια υπηρεσία για ανάγλυφη σφράγιση προσαρμοσμένων μονόγραμμων σε σημειωματάρια.
Λεξικό Δέντρο
deboss
boss



























