Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
snaillike
01
όμοιος με σαλιγκάρι, αργός σαν σαλιγκάρι
resembling or moving at the slow and deliberate pace characteristic of a snail
Παραδείγματα
The snaillike procession of ants crossed the sidewalk.
Η σαλιγκαροειδής πορεία των μυρμηγκιών διέσχισε το πεζοδρόμιο.
Λεξικό Δέντρο
snaillike
snail



























