snaillike
snai
ˈsneɪ
snei
llike
laɪk
laik
snakelike

Ορισμός και σημασία του "snaillike"στα αγγλικά

01

όμοιος με σαλιγκάρι, αργός σαν σαλιγκάρι

resembling or moving at the slow and deliberate pace characteristic of a snail 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most snaillike
συγκριτικός βαθμός
more snaillike
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The snaillike traffic made her late for work. 

Η σαλιγκάρια κίνηση την έκανε να αργήσει στη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store