Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
snaillike
01
όμοιος με σαλιγκάρι, αργός σαν σαλιγκάρι
resembling or moving at the slow and deliberate pace characteristic of a snail
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most snaillike
συγκριτικός βαθμός
more snaillike
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
movement, speed, comparison
Παραδείγματα
The snaillike traffic made her late for work.
Η σαλιγκάρια κίνηση την έκανε να αργήσει στη δουλειά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
snaillike
snail



























