capital market
ca
ˈkæ
και
pital
pɪtl
πιτλ
mar
mɑ:
μα
ket
kɪt
κιτ

Ορισμός και σημασία του "capital market"στα αγγλικά

Capital market
01

κεφαλαιαγορά, χρηματοπιστωτική αγορά

a financial market where long-term debt or equity-backed securities are bought and sold 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
capital markets
Παραδείγματα
Investors can access the capital market to buy and sell stocks, bonds, and other financial instruments. 

Οι επενδυτές μπορούν να έχουν πρόσβαση στην αγορά κεφαλαίων για να αγοράζουν και να πωλούν μετοχές, ομόλογα και άλλα χρηματοοικονομικά μέσα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store