Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cash and carry
01
μετρητά και μεταφορά, χονδρική πώληση με μετρητά και μεταφορά
a type of retail model where customers pay for goods upfront and transport them from the store themselves
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cash and carries
Παραδείγματα
The small restaurant owner prefers to shop at a cash and carry wholesale store to buy ingredients in bulk at lower prices without the need for delivery services.
Ο ιδιοκτήτης του μικρού εστιατορίου προτιμά να ψωνίζει σε ένα χονδρικό κατάστημα cash and carry για να αγοράζει συστατικά χύμα σε χαμηλότερες τιμές χωρίς την ανάγκη για υπηρεσίες παράδοσης.



























