indoor activity
in
ˈɪn
in
door
dɔ:
daw
ac
æk
āk
ti
ti
vi
vi
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "indoor activity"στα αγγλικά

Indoor activity
01

εσωτερική δραστηριότητα, δραστηριότητα σε εσωτερικούς χώρους

an action or pastime performed within a building or enclosed space 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
indoor activities

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store