Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Indoor activity
01
εσωτερική δραστηριότητα, δραστηριότητα σε εσωτερικούς χώρους
an action or pastime performed within a building or enclosed space
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
indoor activities



























