Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Machine operator
01
χειριστής μηχανής, μηχανικός
an individual responsible for controlling and maintaining machines in a manufacturing or production setting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
machine operators



























