Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hone in on
[phrase form: hone]
01
επικεντρώνομαι σε, στοχεύω σε
to focus, narrow down, or direct attention with precision on a specific target, topic, or goal
Transitive: to hone in on sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in on
βασικό ρήμα
hone
ενεστώτας
hone in on
γ΄ ενικό πρόσωπο
hones in on
ενεστώτα μετοχή
honing in on
απλός αόριστος
honed in on
παθητική μετοχή
honed in on
Παραδείγματα
I honed in on the main argument of the essay to ensure clarity and coherence.
Εστίασα στο κύριο επιχείρημα της έκθεσης για να εξασφαλίσω σαφήνεια και συνοχή.



























