analytics
a
ˌæ
ā
na
ly
ˈlɪ
li
tics
tɪks
tiks

Ορισμός και σημασία του "analytics"στα αγγλικά

01

αναλυτική, ανάλυση δεδομένων

the systematic analysis of data or statistics to gain insights or inform decision-making 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

analytics
analyt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store