supply chain
supp
ˈsəp
sēp
ly
laɪ
lai
chain
ʧeɪn
chein

Ορισμός και σημασία του "supply chain"στα αγγλικά

01

εφοδιαστική αλυσίδα, αλυσίδα προμηθειών

the sequence of processes, organizations, people, activities, information, and resources involved in producing and delivering a product or service from its origin to the final customer 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
supply chains
Παραδείγματα
Disruptions in the global supply chain caused delays in product delivery. 

Οι διαταραχές στην παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού προκάλεσαν καθυστερήσεις στην παράδοση των προϊόντων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store