Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Extranet
01
extranet, εξωτερικό δίκτυο
a restricted network that allows external users, such as partners or customers, limited access to a company's internal resources or data
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
extranets



























