Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
standout
01
εξαιρετικός, ξεχωριστός
clearly superior or exceptional compared to others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most standout
συγκριτικός βαθμός
more standout
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The standout player on the team received recognition for their outstanding skills.
Ο εξαιρετικός παίκτης της ομάδας έλαβε αναγνώριση για τις εξαιρετικές του δεξιότητες.
Standout
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
standouts
Παραδείγματα
The standout in the collection was a hand-painted vase.
Το εξέχον στη συλλογή ήταν ένα χειροποίητο βάζο.
Λεξικό Δέντρο
standout
stand
out



























