standout
stand
ˈstænd
σταινντ
out
aʊt
αουτ
/stˈænda‌ʊt/

Ορισμός και σημασία του "standout"στα αγγλικά

01

εξαιρετικός, ξεχωριστός

clearly superior or exceptional compared to others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most standout
συγκριτικός βαθμός
more standout
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The standout player on the team received recognition for their outstanding skills.
Ο εξαιρετικός παίκτης της ομάδας έλαβε αναγνώριση για τις εξαιρετικές του δεξιότητες.
01

εξαιρετικός, επιφανής

a person or thing that is noticeably superior to others in a group
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
standouts
Παραδείγματα
The standout in the collection was a hand-painted vase.
Το εξέχον στη συλλογή ήταν ένα χειροποίητο βάζο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store