spiced
spiced
spaɪst
σπαιστ
spikedspacedsliced

Ορισμός και σημασία του "spiced"στα αγγλικά

01

αρωματισμένος, κατασκευασμένος με μπαχαρικά

flavored with a combination of aromatic ingredients 
spiced definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most spiced
συγκριτικός βαθμός
more spiced
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
food, flavor, cooking
Παραδείγματα
The spiced chai latte was fragrant with notes of cinnamon, cardamom, and cloves. 

Ο αρωματισμένος τσάι λάτε ήταν ευωδιαστός με νότες κανέλας, καρδάμου και γαρίφαλου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store