pleated
Pronunciation
/plˈiːɾᵻd/

Ορισμός και σημασία του "pleated"στα αγγλικά

01

πλισέ, διπλωμένος

(of a fabric or garment) folded or gathered in a series of small, parallel folds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pleated
συγκριτικός βαθμός
more pleated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tablecloth had pleated corners, providing a tailored appearance to the table setting.
Το τραπεζομάντηλο είχε πλισέ γωνίες, προσφέροντας μια ραμμένη εμφάνιση στη διακόσμηση του τραπεζιού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store