Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pleated
01
πλισέ, διπλωμένος
(of a fabric or garment) folded or gathered in a series of small, parallel folds
Παραδείγματα
The tablecloth had pleated corners, providing a tailored appearance to the table setting.
Το τραπεζομάντηλο είχε πλισέ γωνίες, προσφέροντας μια ραμμένη εμφάνιση στη διακόσμηση του τραπεζιού.
Λεξικό Δέντρο
pleated
pleat



























