mobility impaired
mo
məʊ
mew
bi
ˈbɪ
bi
li
ty
ti
ti
im
ɪm
im
paired
peəd
ped

Ορισμός και σημασία του "mobility impaired"στα αγγλικά

mobility impaired
01

άτομο με περιορισμένη κινητικότητα, άτομο με κινητική αναπηρία

having difficulty or limitations in moving around due to physical disabilities or conditions 
mobility impaired definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mobility impaired
συγκριτικός βαθμός
more mobility impaired
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The mobility impaired individual uses a wheelchair to navigate the city streets. 

Το άτομο με περιορισμένη κινητικότητα χρησιμοποιεί αναπηρικό καροτσάκι για να κινείται στους δρόμους της πόλης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store