Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mobility impaired
01
άτομο με περιορισμένη κινητικότητα, άτομο με κινητική αναπηρία
having difficulty or limitations in moving around due to physical disabilities or conditions
Παραδείγματα
The mobility impaired employee benefits from workplace accommodations such as an accessible parking spot and ergonomic workstation.
Ο εργαζόμενος με περιορισμένη κινητικότητα ωφελείται από προσαρμογές στον χώρο εργασίας, όπως μια προσβάσιμη θέση στάθμευσης και ένα εργονομικό σταθμό εργασίας.



























