graying
Pronunciation
/ˈɡɹeɪɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "graying"στα αγγλικά

01

ασπρίζων, που γκριζάρει

(of hair) starting to turn gray or white due to aging
graying definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most graying
συγκριτικός βαθμός
more graying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The graying population in the country has led to increased demand for senior services.
Ο γκριζούμενος πληθυσμός της χώρας έχει οδηγήσει σε αυξημένη ζήτηση για υπηρεσίες ηλικιωμένων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store