graying
graying
greɪɪng
greiing
grazinggratinggrading

Ορισμός και σημασία του "graying"στα αγγλικά

01

ασπρίζων, που γκριζάρει

(of hair) starting to turn gray or white due to aging 
graying definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most graying
συγκριτικός βαθμός
more graying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The graying professor imparted wisdom gained from years of experience. 

Ο ασπρίζων καθηγητής μετέδωσε τη σοφία που απέκτησε από χρόνια εμπειρίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store