Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
graying
01
ασπρίζων, που γκριζάρει
(of hair) starting to turn gray or white due to aging
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most graying
συγκριτικός βαθμός
more graying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The graying population in the country has led to increased demand for senior services.
Ο γκριζούμενος πληθυσμός της χώρας έχει οδηγήσει σε αυξημένη ζήτηση για υπηρεσίες ηλικιωμένων.
Λεξικό Δέντρο
graying
gray



























