demisexual
Pronunciation
/dɪmˈaɪskʃuːəl/

Ορισμός και σημασία του "demisexual"στα αγγλικά

demisexual
01

ημισεξουαλικός, σχετικός με την ημισεξουαλικότητα

related to individuals who only experience sexual attraction after forming a strong emotional bond or connection with someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite facing skepticism and misconceptions, the demisexual individual embraces their identity with confidence, finding fulfillment in deep emotional connections and meaningful relationships.
Παρά τον σκεπτικισμό και τις παρεξηγήσεις, το demisexual άτομο αγκαλιάζει την ταυτότητά του με αυτοπεποίθηση, βρίσκοντας ικανοποίηση σε βαθιές συναισθηματικές συνδέσεις και ουσιαστικές σχέσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store