targeted
tar
ˈtɑ:
taa
ge
gi
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "targeted"στα αγγλικά

01

στοχευμένος, κατευθυνόμενος

focused or directed toward a specific goal, objective, or audience 
targeted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most targeted
συγκριτικός βαθμός
more targeted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company launched a targeted advertising campaign to reach potential customers in specific demographics. 

Η εταιρεία ξεκίνησε μια στοχευμένη διαφημιστική καμπάνια για να φτάσει σε πιθανούς πελάτες σε συγκεκριμένες δημογραφικές ομάδες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store