Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
targeted
01
στοχευμένος, κατευθυνόμενος
focused or directed toward a specific goal, objective, or audience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most targeted
συγκριτικός βαθμός
more targeted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
strategy, communication, marketing
Παραδείγματα
The company launched a targeted advertising campaign to reach potential customers in specific demographics.
Η εταιρεία ξεκίνησε μια στοχευμένη διαφημιστική καμπάνια για να φτάσει σε πιθανούς πελάτες σε συγκεκριμένες δημογραφικές ομάδες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
targeted
target



























