targeted
Pronunciation
/ˈtɑɹɡətɪd/

Ορισμός και σημασία του "targeted"στα αγγλικά

01

στοχευμένος, κατευθυνόμενος

focused or directed toward a specific goal, objective, or audience
targeted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most targeted
συγκριτικός βαθμός
more targeted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They made targeted improvements to the website to enhance the user experience for mobile users.
Έκαναν στοχευμένες βελτιώσεις στον ιστότοπο για να βελτιώσουν την εμπειρία του χρήστη για τους χρήστες κινητών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store