hyper
hy
ˈhaɪ
hai
per
pɜr
pēr
/hˈa‌ɪpɐ/

Ορισμός και σημασία του "hyper"στα αγγλικά

01

υπερδραστήριος, υπερενθουσιασμένος

having too much energy or behaving in an overly excited way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
hyperest
συγκριτικός βαθμός
hyperer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Investors grew hyper in response to sudden market speculation.
Οι επενδυτές έγιναν υπερ ως απάντηση στην ξαφνική κερδοσκοπία της αγοράς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store