searchable
sear
ˈsɜ:
chable
ʧəəbl
chēēbl

Ορισμός και σημασία του "searchable"στα αγγλικά

searchable
01

αναζητήσιμος, προσβάσιμος για αναζήτηση

capable of being easily looked up or found, especially in digital formats like databases or websites 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most searchable
συγκριτικός βαθμός
more searchable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The online library catalog is searchable by author, title, and subject. 

Ο ηλεκτρονικός κατάλογος της βιβλιοθήκης είναι αναζητήσιμος με βάση τον συγγραφέα, τον τίτλο και το θέμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store