Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
searchable
01
αναζητήσιμος, προσβάσιμος για αναζήτηση
capable of being easily looked up or found, especially in digital formats like databases or websites
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most searchable
συγκριτικός βαθμός
more searchable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The directory is searchable by location, category, and keyword, making it easy to find local businesses.
Ο κατάλογος είναι αναζητήσιμος ανά τοποθεσία, κατηγορία και λέξη-κλειδί, διευκολύνοντας την εύρεση τοπικών επιχειρήσεων.
Λεξικό Δέντρο
searchable
search



























