impeachable
im
ɪm
ιμ
pea
ˈpi:
πι
chable
ʧəbl
τσαμπλ
unreachableteachablereachable

Ορισμός και σημασία του "impeachable"στα αγγλικά

impeachable
01

καταγγέλλιμος, υποκείμενος σε κατηγορίες

capable of being charged or accused of misconduct or wrongdoing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impeachable
συγκριτικός βαθμός
more impeachable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, politics, ethics
Παραδείγματα
The president's actions were deemed impeachable by the opposition party, leading to impeachment proceedings in Congress. 

Οι ενέργειες του προέδρου κρίθηκαν κατηγορηματικές από το αντιπολιτευόμενο κόμμα, οδηγώντας σε διαδικασία πρότασης μομφής στο Κογκρέσο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

impeachability
unimpeachable
impeachable
impeach
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store