Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impeachable
01
καταγγέλλιμος, υποκείμενος σε κατηγορίες
capable of being charged or accused of misconduct or wrongdoing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impeachable
συγκριτικός βαθμός
more impeachable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The police chief 's failure to address systemic corruption within the department was seen as impeachable by city officials.
Η αποτυχία του αρχηγού της αστυνομίας να αντιμετωπίσει τη συστημική διαφθορά στο τμήμα θεωρήθηκε κατηγορήσιμη από τους αξιωματούχους της πόλης.
Λεξικό Δέντρο
impeachability
unimpeachable
impeachable
impeach



























