Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
liberating
01
απελευθερωτικός, ενδυναμωτικός
providing a feeling of freedom or empowerment, often by breaking away from constraints or restrictions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most liberating
συγκριτικός βαθμός
more liberating
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
experience, emotion, freedom
Παραδείγματα
Traveling solo for the first time was a liberating experience, allowing her to explore new places on her own terms.
Το ταξίδι μόνος για πρώτη φορά ήταν μια απελευθερωτική εμπειρία, που της επέτρεψε να εξερευνήσει νέα μέρη με τους δικούς της όρους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
liberating
liberate
liber



























