Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
liberating
01
απελευθερωτικός, ενδυναμωτικός
providing a feeling of freedom or empowerment, often by breaking away from constraints or restrictions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most liberating
συγκριτικός βαθμός
more liberating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Finally paying off her student loans was a liberating milestone that lifted a heavy burden off her shoulders.
Τελικά η αποπληρωμή των φοιτητικών της δανείων ήταν ένα απελευθερωτικό ορόσημο που άφησε ένα βαρύ βάρος από τους ώμους της.
Λεξικό Δέντρο
liberating
liberate
liber



























