Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
liberated
01
απελευθερωμένος, αποδεσμευμένος
(of a gas e.g.) released from chemical combination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most liberated
συγκριτικός βαθμός
more liberated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
chemistry, process, state
02
ελευθερωμένος, χειραφετημένος
free from traditional or conventional social norms or expectations, often suggesting a sense of empowerment or rebellion
Παραδείγματα
She felt truly liberated after breaking away from outdated expectations.
Ένιωσε πραγματικά ελευθερωμένη αφού ξέφυγε από τις ξεπερασμένες προσδοκίες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
liberated
liberate
liber



























