liberated
li
ˈlɪ
λι
be
ˌbɜ
μπερ
ra
reɪ
ρει
ted
tɪd
τιντ
/lˈɪbəɹˌe‍ɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "liberated"στα αγγλικά

01

απελευθερωμένος, αποδεσμευμένος

(of a gas e.g.) released from chemical combination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most liberated
συγκριτικός βαθμός
more liberated
διαβαθμίσιμο
02

ελευθερωμένος, χειραφετημένος

free from traditional or conventional social norms or expectations, often suggesting a sense of empowerment or rebellion
Παραδείγματα
The novel portrayed a liberated society free from rigid traditions.
Το μυθιστόρημα απεικόνιζε μια απελευθερωμένη κοινωνία ελεύθερη από άκαμπτες παραδόσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store