Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Party horn
01
κόρνα πάρτι, κέρατο γιορτής
a small, noise-making device used in celebrations and parties, producing a loud noise when blown into, adding to the festive atmosphere and fun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
party horns
Παραδείγματα
As soon as the birthday song finished, everyone grabbed their party horns and blew them loudly.
Μόλις τελείωσε το τραγούδι των γενεθλίων, όλοι πιάσανε τα κέρατα πάρτι τους και τα φύσηξαν δυνατά.



























