parttime
part
ˈpɑ:t
paat
time
ˌtaɪm
taim
part-time

Ορισμός και σημασία του "parttime"στα αγγλικά

01

μερικής απασχόλησης, ημιαπασχόληση

for less than the standard number of hours 
parttime definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

parttime

part

+

time

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store