Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Toy wagon
01
παιχνιδότρατα, παιχνιδόβαγκόν
a small, wheeled vehicle resembling a miniature version of a real wagon, commonly used for play and transporting toys or objects, often pulled by children or used in imaginative play scenarios
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toy wagons
Παραδείγματα
The children enjoyed playing with their toy wagon in the backyard, loading it up with stuffed animals.
Τα παιδιά απολάμβαναν να παίζουν με το παιχνιδόμαξό τους στην πίσω αυλή, γεμίζοντάς το με γεμιστά ζώα.



























