Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mechanical puzzle
01
μηχανικό παζλ, μηχανικό γρίφο
a type of puzzle that requires physical manipulation and problem-solving to disassemble, reassemble, or rearrange its components to achieve a specific goal or solution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mechanical puzzles
Παραδείγματα
I spent the afternoon trying to solve a mechanical puzzle I found at the store.
Πέρασα το απόγευμα προσπαθώντας να λύσω ένα μηχανικό παζλ που βρήκα στο κατάστημα.



























