younger hand
youn
ˈjʌn
γαν
ger
γκα
hand
hænd
χαινντ

Ορισμός και σημασία του "younger hand"στα αγγλικά

01

νεότερο χέρι

the player sitting who usually plays the second card in the first round of the game 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
younger hands
Παραδείγματα
The younger hand had to play cautiously, as they were already at a disadvantage after the first round. 

Το νεότερο χέρι έπρεπε να παίξει προσεκτικά, καθώς ήταν ήδη σε μειονεκτική θέση μετά τον πρώτο γύρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store