viewability
Pronunciation
/vjˌuːəbˈɪlɪɾi/

Ορισμός και σημασία του "viewability"στα αγγλικά

01

ορατότητα, δυνατότητα προβολής

the extent to which an online ad is actually seen by an audience
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The report showed that the viewability of our online ads has increased over the last few months.
Η έκθεση έδειξε ότι η ορατότητα των διαφημίσεων μας στο διαδίκτυο έχει αυξηθεί τους τελευταίους μήνες.

Λεξικό Δέντρο

viewability
viewable
view
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store