Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Viewability
01
ορατότητα, δυνατότητα προβολής
the extent to which an online ad is actually seen by an audience
Παραδείγματα
The report showed that the viewability of our online ads has increased over the last few months.
Η έκθεση έδειξε ότι η ορατότητα των διαφημίσεων μας στο διαδίκτυο έχει αυξηθεί τους τελευταίους μήνες.
Λεξικό Δέντρο
viewability
viewable
view



























