Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aircheck
01
εγγραφή εκπομπής, αντίγραφο προγράμματος
a recorded copy of a broadcast radio or television program for reviewing and evaluation purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
airchecks
Παραδείγματα
The radio host played an aircheck to review how well the show went that day.
Ο ραδιοφωνικός παρουσιαστής έπαιξε ένα aircheck για να αναθεωρήσει πόσο καλά πήγε η εκπομπή εκείνη την ημέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
aircheck
air
check



























