Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Language planning
01
γλωσσικός σχεδιασμός, σχεδιασμός γλώσσας
the intentional actions taken to shape or control how a language is used in a community or society
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























