Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
passive understanding
/pˈasɪv ˌʌndəstˈandɪŋ/
Passive understanding
01
παθητική κατανόηση, παθητική κατανίκηση
the act of understanding something without actively doing anything or making an effort
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
παθητική κατανόηση, παθητική κατανίκηση