Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Online game
01
διαδικτυακό παιχνίδι
a video game played over the internet on devices such as PCs, gaming consoles, and mobile devices
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
online games
Παραδείγματα
My brother is always playing an online game on his computer.
Ο αδερφός μου παίζει πάντα ένα διαδικτυακό παιχνίδι στον υπολογιστή του.



























