Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
online
01
διαδικτυακά, συνδεδεμένος
connected to or via the Internet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
My online shopping experience was convenient and hassle-free, with my purchases delivered right to my doorstep.
Η εμπειρία online αγορών μου ήταν βολική και χωρίς προβλήματα, με τις αγορές μου να παραδίδονται απευθείας στην πόρτα μου.
02
διαδικτυακός, συνδεδεμένος
connected to other computer networks through the Internet
Παραδείγματα
The company sells its products through an online marketplace.
Η εταιρεία πωλεί τα προϊόντα της μέσω μιας διαδικτυακής αγοράς.
03
διαδικτυακά, στη γραμμή
on a regular route of a railroad or bus or airline system
04
σε σύνδεση, συνδεδεμένος
being in progress now
online
01
διαδικτυακά, διαδικτυακά
via, onto, or while connected to the Internet or other computer network
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The conference will be held online due to the pandemic.
Η διάσκεψη θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά λόγω της πανδημίας.



























