Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Agrammatism
01
αγραμματισμός, γραμματική διαταραχή
a language disorder characterized by the omission or impairment of grammatical elements and structures in speech and writing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
agrammatisms
LanGeek



























