Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Standard language
01
πρότυπη γλώσσα, κανονιστική γλώσσα
a regulated and accepted form of a language that is widely used in formal settings, education, government, and media
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
standard languages



























