Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
autobenefactive case
/ˌɔːɾoʊbˌɛnɪfˈæktɪv kˈeɪs/
Autobenefactive case
01
αυτοωφελεστική πτώση, πτώση της αυτοωφέλειας
a grammatical feature or case in a language where the subject of a verb acts upon themselves or benefits from their own action
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
autobenefactive cases



























