Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acupuncture
01
βελονισμός, θεραπεία με βελόνες
a method of treatment in which thin needles are inserted in specific spots on the body, originated in China
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She tried acupuncture to relieve her chronic back pain.
Προσπάθησε τη βελονισμο για να ανακουφίσει τον χρόνιο πόνο της στην πλάτη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
acupuncturist
acupuncture



























