Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sufficiency determiner
/səfˈɪʃənsi dɪtˈɜːmɪnɚ/
Sufficiency determiner
01
καθοριστικό επάρκειας, δείκτης επάρκειας
a type of determiner that expresses the idea of enough or sufficient quantity or degree of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sufficiency determiners



























