Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Archaic verb
01
αρχαϊκό ρήμα, παρωχημένο ρήμα
a verb that was commonly used in earlier periods of language but is now considered outdated or no longer in common usage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
archaic verbs



























