Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
non-finite verb
/nˈɑːnfˈaɪnaɪt vˈɜːb/
nonfinite verb
Non-finite verb
01
μη πεπερασμένο ρήμα, απαρέμφατο
a verb form that does not function as the main verb in a sentence and does not indicate tense, number, or person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
non-finite verbs



























