Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quantitative adjective
/kwˈɒntɪtˌeɪtɪv ˈadʒɪktˌɪv/
Quantitative adjective
01
ποσοτικό επίθετο, επίθετο ποσότητας
an adjective that provides information about the quantity or amount of a noun
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ποσοτικό επίθετο, επίθετο ποσότητας