Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bowing
01
υπόκλιση, σεβασμός
bending the head or body or knee as a sign of reverence or submission or shame or greeting
02
διαχείριση του τόξου, χειρισμός του τόξου
managing the bow in playing a stringed instrument
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
bowing
01
υποκριτικά υπάκουος, δουλοπρεπής
showing an excessively deferential manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bowing
συγκριτικός βαθμός
more bowing
διαβαθμίσιμο



























