Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Male pipe
01
αρσενικός σωλήνας, αρσενικός συνδετήρας σωλήνα
a type of pipe fitting that has external threads on the outer surface, designed to be inserted into a corresponding female pipe fitting with internal threads to create a secure and sealed connection for the flow of fluids or gases
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
male pipes
Παραδείγματα
The plumber used a male pipe adapter to extend the water line.
Ο υδραυλικός χρησιμοποίησε έναν αρσενικό σωλήνα προσαρμογέα για να επεκτείνει τη γραμμή νερού.



























