Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stock photography
01
στοκ φωτογραφία, τράπεζα εικόνων
a collection of pre-existing photographs that are licensed for specific uses, such as for commercial or editorial purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stock photographies
LanGeek



























